Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Κατάργηση ή ομολογία στο πλαίσιο της μετανεωτερικής νεοελληνικής αφασίας

Του Κώστα Νούση

Φιλολόγου - θεολόγου ΑΠΘ

Πέρασαν ανεπιστρεπτί οι εποχές που με τη δαμόκλειο σπάθη οι εκπαιδευτικοί συνόδευαν τη μαθητιώσα νεολαία στο υποχρεωτικό κατηχητικό σχολείο και στον κυριακάτικο εκκλησιασμό. Και καλύτερα… Διότι χάρη στη διεστραμμένη αυτή ολοκληρωτικού χαρακτήρα προβολή και εφαρμογή του χριστιανισμού – χώρου κατεξοχήν χαράς και ελευθερίας – φτάσαμε στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: στην παραγωγή στρατιάς αθέων, βλασφήμων και αντιχρίστων Ελλήνων ή, τουλάχιστον, απεχθανομένων την Εκκλησία. Από αυτούς προέρχονται και οι ομόφρονες εκπαιδευτικοί θεολόγοι. Και δημιουργήθηκε ένας τεράστιος φαύλος κύκλος χριστιανικού αποχρωματισμού της χώρας μας με αρνητική αύξουσα εξελικτική διαδρομή.

Δυό λύσεις μένουν. Η πρώτη συνάδει προς τη λαϊκή θυμόσοφη διατύπωση: πονάει δόντι, κόβει κεφάλι. Μια λύση που ακούστηκε πρόσφατα και μεγάλωσε την καταθλιπτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Να γίνει δηλαδή το μάθημα προαιρετικό, που σημαίνει σταδιακή απαξίωση και de facto κατάργηση. Τυχαίο (λεχθέν); Δε νομίζω. Είναι ο καρπός της μακροχρόνιας κρίσης της νεοελληνικής εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας. Της εδώ και καιρό αποστροφής της ορθοδοξίας από τους νεοέλληνες, της απόρριψης του Χριστού χάριν του υλισμού, των ποικίλων αιρέσεων, του νεοαγνωστικισμού κ.τ.ό. Κάτι που αντικατοπτρίστηκε και στην παραγωγή θεολόγων μέσης εκπαίδευσης από ένα σύστημα που προωθεί την ίδια τους την έκπτωση και υποβάθμιση δια της μετατροπής των θεολογικών σχολών σε σκαλοπάτι εισόδου σε άλλες σχολές ή απλώς στο βιοπορισμό μέσω μιας ανεπιθύμητης εργασίας.

Η φυσική αυτή εξέλιξη που οδήγησε στην εκ των ένδον υποτίμηση του μαθήματος έφερε τη σημερινή πρόταση περί προαιρετικού χαρακτήρα. Και γιατί όχι λοιπόν; Αφού ούτως ή άλλως απαξιώνεται από τους γονείς στο σπίτι, από μαθητές και εκπαιδευτικούς στα σχολεία, από ιερείς στην καθημερινή ζωή. Ούτε ο Θεός θα χάσει πιστούς (τους χαμένους;) ούτε θα μειωθεί το (ελάχιστο) εκκλησίασμα. Αντιθέτως, θα το παρακολουθούν με όρεξη όσοι το επιλέγουν και θα το απολαμβάνουν περισσότερο, που σημαίνει ότι θα αποκομίζουν πιο πολλά από αυτό. Ίσως ακόμα και να εκτιμηθεί δια των συνεπειών της απώλειάς του και να επανέλθει ως καρπός ωρίμανσης μιας κοινωνίας που θα κατανοήσει βαθιά τι σημαίνει να υιοθετήσει ένα κράτος άθρησκη πολιτική. Πιθανώς από την πτώχευση αυτή της θρησκευτικής μας παιδείας να προέλθει μια αναγέννησή της από τις στάχτες, γεγονός που, ενώ τρομάζει αρχικά, πιο νηφάλια ιδωμένο αποτιμάται μακροπρόθεσμα πιο κερδοφόρο – μια εφαρμογή με ευρύτερους σήμερα συνειρμούς. Τέλος, ας μην ξεχνάμε την πεμπτουσία του χριστιανισμού: όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, όπως είπε ο ίδιος ο Χριστός αυτολεξεί.

Επειδή όμως τα έθνη δομούνται κυρίως πάνω στην κοινή γλώσσα, ιστορία και παιδεία, θα πρέπει το όλο θέμα να ιδωθεί και λίγο εξ επόψεως εθνικού ωφελιμισμού και να αναλογιστούμε στη χώρα μας ότι η ορθοδοξία συνιστά στοιχείο ταυτότητας. Όπως λοιπόν υποχρεωτικά διδάσκεται η ιστορία μας άσχετα από τις όποιες διαφωνίες και διαφορετικές ερμηνείες της σε προσωπικό εκάστου επίπεδο, κατά τον ίδιο τρόπο να είναι υποχρεωτική και η προβολή της χριστιανικής ορθοδοξίας μας σε ομολογιακό επίπεδο κυρίως. Διότι έτσι ίσως ελκύσουμε στον Χριστό και την πληθώρα των αλλοδόξων και αλλοθρήσκων που διέβησαν τα σύνορά μας. Σίγουρα θα ωφεληθούν περισσότερο από την προβολή ενός θελκτικού μάλλον παρά ενός υποχρεωτικού Θεού. Αυτό αποτελεί άλλωστε και το θέλημα του ίδιου του Χριστού.
Εύλογα εδώ θα ανακύψει η ένσταση μερικών ότι ο ομολογιακός χαρακτήρας είναι μάλλον απωθητικός παρά ελκτικός. Αυτό σημαίνει ότι δεν πιστεύουν αληθινά στην αλήθεια και τη δύναμη της Ορθοδοξίας, οπότε είναι φυσικοί οι λογισμοί αυτού του είδους. Και η συνεχιζόμενη εξωτερίκευση αυτής της έντονης παραφιλολογίας των ημερών αναφορικά με το χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος αυτό κατά βάσιν αποκαλύπτει.

Δεν κατανοώ πραγματικά την έντονα συνεχιζόμενη συζήτηση για την ταυτότητα του εν λόγω μαθήματος. Ποια είναι τα όρια της ομολογίας ή της γνωσιολογίας σε αυτό; Είναι δυνατό να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο; Και σε τι πραγματικά θα ωφελούσε η περίπτωση μιας ψιλής ή και θρησκειολογικής γνωσιολογίας; Μήπως εμμέσως ομολογούμε την ασθμαίνουσα πίστη μας και την κατά βάσιν ιδεολογική και νοησιαρχική εκ μέρους μας πρόσληψη του ορθόδοξου εκκλησιαστικού γεγονότος; Μήπως ακόμα με τέτοια αλλά και άλλα υγιέστερα κριτήρια κινούμενοι μεταβιβάζουμε, έστω και υποσυνείδητα, προς τα έξω την περί της αληθείας μας ανασφάλεια και αβεβαιότητα, οπότε και την Ορθοδοξία μειώνουμε και τους καλοπροαίρετους πιθανούς μέλλοντες φίλους και αποδέκτες της αδικούμε; Και γιατί στο κάτω κάτω να μεταδοθούν οι τέτοιου χαρακτήρα γνώσεις στο πλαίσιο των Θρησκευτικών και όχι ενός ανεξάρτητου θρησκειολογικού ή άλλου παρεμφερούς θεωρητικού μαθήματος; Στο σημείο αυτό μπορεί να εκτυλιχθεί ολόκληρος κατάλογος ρητορικών και άλλων ερωτημάτων κλονιζόντων την εγκυρότητα του χριστιανικού μας βιώματος – και κατ’ επέκτασιν μηνύματος.
Όντως, στην εποχή της κρίσης που περνάμε επαναπροσδιορίζονται και οι πνευματικές - κοντά στις οικονομικές – αξίες μας. Όμως εδώ δεν πρόκειται περί ουμανιστικών και συμβατικών τοιούτων αλλά περί της αληθείας. Αν εμείς οι ίδιοι που πρεσβεύουμε – τουλάχιστον - την κατοχή της τη θέτουμε υπό την όποια αίρεση και προβληματική συζήτηση, τότε ποιο και ποιος παραμένει το «άλας» της γης; Τι, στα αλήθεια, προσφέρουμε στη μετανεωτερική απορία και αφασία του κόσμου; Μήπως απλά και μόνο προσθέτουμε τη δική μας;

Στώμεν καλώς λοιπόν. Ούτε κακώς εννοούμενη κατηχητική μονομέρεια και δογματικότητα ούτε γνωσιοκρατική πολιτισμική – ιστορική – θρησκειολογική προσέγγιση αλλά διακριτική – τουτέστιν αγιοπνευματική – θεολογική προβολή του Χριστού και της Εκκλησίας μέσα στη χαρισματική λειτουργική σύζευξη της υποχρεωτικότητας της μετάδοσης και της προαιρετικότητας της αποδοχής του θεϊκού μηνύματος από όλους, όπως άλλωστε δρα μέσα στην ανθρώπινη ιστορία ο Kύριος από καταβολής κόσμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου